Οι ιντερφερόνες είναι ένα σύνολο φυσικών πρωτεϊνών οι οποίες αποτελούν βασικό μέρος του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Οι ιντερφερόνες δρουν με τους εξής δυο τρόπους :

- Καταρχάς επιβραδύνουν την διαδικασία αντιγραφής (άρα και πολλαπλασιασμού) του ιού. Η επιβράδυνση της διαδικασίας της αντιγραφής προκαλείται δεσμεύοντας όλους τους παρόντες κυτταρικούς υποδοχείς τους οποίους χρησιμοποιεί ο ιός για να συνδεθεί αρχικά με το κύτταρο, πριν μπει μέσα σε αυτό.  Με αυτόν τον τρόπο οι ιντερφερόνες εμποδίζουν τον ιό στο να εισχωρήσει μέσα στο κύτταρο ώστε να αντιγραφεί μέσα σε αυτό.

- Κατά δεύτερον, βελτιώνουν την ανοσοποιητική αντίδραση του οργανισμού. Αυτό το κάνουν ενεργοποιώντας τα κύτταρα και καθιστώντας τα κύτταρα που έχουν προσβληθεί από το ιό πιο ευάλωτα στις φυσικές αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι τρεις τύποι ιντερφερόνης είναι ο Άλφα, ο Βήτα και ο Γάμμα.

Στο φυσικό της περιβάλλον η ιντερφερόνη Άλφα παράγεται από τον ανθρώπινο οργανισμό προκειμένου να αντιμετωπίσει ιώσεις όπως για παράδειγμα η γρίπη.  Είναι επίσης συνδεδεμένη με πολλά από τα συμπτώματα της γρίπης όπως για παράδειγμα τους πονοκεφάλους, τον πυρετό και τα ρίγη.

Η ιντερφερόνη ως θεραπεία της Ηπατίτιδας C παρασκευάζεται στο εργαστήριο και διοχετεύεται στον ασθενή με ένεση σε μεγάλες δόσεις.  Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που ασθενείς που λαμβάνουν ιντερφερόνη αντιμετωπίζουν παρενέργειες που μοιάζουν με τα συμπτώματα γρίπης.

Ιστορικά η πρώτη μορφή θεραπείας της HCV ήταν η ιντερφερόνη άλφα. Στην αρχή η ιντερφερόνη χορηγείτο μόνη της και είχε περιορισμένα αποτελέσματα. Στην συνέχεια προστέθηκε η ριμπαβιρίνη στη θεραπεία και ο συνδυασμός αυτός έφερε καλύτερα αποτελέσματα. Η άλφα ιντερφερόνη όμως ως μονοθεραπεία, έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα: ο ανθρώπινος οργανισμός τη μεταβολίζει (δηλαδή την επεξεργάζεται και την αποβάλλει) αρκετά γρήγορα, δυσκολεύοντας έτσι την διατήρηση του φαρμάκου σε υψηλά επίπεδα μέσα στο αίμα του ασθενή, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για τη δραστικότητά της. Αυτό το πρόβλημα οδήγησε στην παρασκευή μιας νέας μορφής του φαρμάκου, της πεγκυλιωμένης  ιντερφερόνης άλφα, η οποία μεταβολίζεται με αρκετά χαμηλότερο ρυθμό με συνέπεια η χορήγηση της να είναι αποτελεσματικότερη για τον ασθενή.

Πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη.

Η ιντερφερόνη που παρασκευάζεται στο εργαστήριο μεταβολίζεται σχετικά γρήγορα από τον ανθρώπινο οργανισμό με αποτέλεσμα να μειώνεται η αποτελεσματικότητα της ως θεραπεία όπως αναφέρθηκε. Επειδή παλιότερα δινόταν σε 3 δόσεις την εβδομάδα (ανά 2 μέρες περίπου) οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα έπεφταν γρήγορα στο μεσοδιάστημα χορήγησης των δόσεων και αυτό έδινε στον ιό της ηπατίτιδας τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της χορήγησης κάθε δόσης.  Η πεγκυλίωση είναι μια χημική διαδικασία που επιτρέπει να μειώνεται ο ρυθμός απέκκρισης (αποβολής) του φαρμάκου από το σώμα και έτσι η ιντερφερόνη μπορεί να διατηρείται σε δραστικές συγκεντρώσεις μέσα στο αίμα για αρκετές μέρες. Αυτό δίνει το πλεονέκτημα για μικρότερη συχνότητα χορήγησης του φαρμάκου, αλλά με την επιθυμητή αποτελεσματικότητα.  Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η ιντερφερόνη έπρεπε να χορηγείται τρεις φορές την εβδομάδα σε ασθενείς με Ηπατίτιδα C, η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη μπορεί να χορηγείται μία μόνο φορά την εβδομάδα.

Διατίθεται σε μορφή ενέσιμου διαλύματος σε φιαλίδια (135 και 180 μικρογραμμαρίων), προγεμισμένης σύριγγας (90, 135 και 180 μικρογραμμαρίων) και προγεμισμένης πένας (135 και 180 μικρογραμμαρίων).

Αντενδείξεις θεραπείας.

Η απόφαση εάν ένας ασθενής με ήπιας μορφής χρόνια ηπατίτιδα πρέπει να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη θεραπεία άμεσα ή να περιμένει μέχρι να επιδεινωθεί η κατάσταση του πρέπει να ληφθεί από τον ασθενή αφού πρώτα συμβουλευθεί τον θεράποντα ιατρό του.  Υπάρχει περίπτωση να σου απαγορέψουν να ακολουθήσεις μια θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη ή ριμπαβιρίνη για ιατρικούς λόγους.  Τα φάρμακα αυτά είναι και τα δύο πολύ ισχυρά και μπορεί να έχουν σημαντικές παρενέργειες στον ασθενή.  Εάν δείξεις δυσανεξία (μη ανεκτικότητα) στην ριμπαβιρίνη υπάρχει περίπτωση να σου χορηγηθεί μόνο η ιντερφερόνη (η ριμπαβιρίνη από μόνη της δεν είναι αποτελεσματική θεραπεία κατά της Ηπατίτιδας C).

Σε ποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται;

Η ιντερφερόνη χρησιμοποιείται στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C (ηπατική νόσος που οφείλεται σε λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ενήλικες με κίρρωση του ήπατος (δημιουργία ουλών στο συκώτι) και σε όσους έχουν προσβληθεί παράλληλα από τον ιό της ανοσολογικής ανεπάρκειας του ανθρώπου (HIV). Ο καλύτερος τρόπος χρήσης της ινερφερόνης είναι σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη (αντιιικό φάρμακο). Ο συνδυασμός αυτός είναι κατάλληλος για ενήλικες που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία και για ενήλικες, η προηγούμενη θεραπεία των οποίων δεν είχε αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε τύπου ιντερφερόνης άλφα, με ή χωρίς ριμπαβιρίνη. Η ιντερφερόνη μπορεί να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία εάν ο ασθενής παρουσιάζει δυσανεξία ή δεν πρέπει να λάβει ριμπαβιρίνη. Η ιντερφερόνη μπορεί επίσης να χορηγηθεί με ριμπαβιρίνη σε παιδιά ηλικίας 5 ετών και άνω που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία και που τα οφέλη της θεραπείας τους υπερτερούν των κινδύνων μειωμένης ανάπτυξης λόγω της αγωγής.

Το φάρμακο χορηγείται μόνο με ιατρική συνταγή.

Πώς χρησιμοποιείται;

Η έναρξη της θεραπείας με ιντερφερόνη πρέπει να πραγματοποιείται από γιατρό πεπειραμένο στη θεραπεία της ηπατίτιδας C. Η ιντερφερόνη χορηγείται με ένεση κάτω από το δέρμα στην κοιλιακή χώρα ή στο μηρό ή στο μπράτσο. Σε ενήλικες χορηγείται συνήθως δόση 180 μικρογραμμαρίων μία φορά την εβδομάδα για 48 εβδομάδες, αν και ορισμένοι ασθενείς με ηπατίτιδα C ενδέχεται να χρειάζονται 16, 24 ή 72 εβδομάδες θεραπείας. Σε παιδιά με ηπατίτιδα C χορηγούνται συνήθως 65 έως 180 μικρογραμμάρια μία φορά την εβδομάδα, σύμφωνα με το ύψος και το βάρος τους, για διάστημα 24 έως 48 εβδομάδων ανάλογα με τον τύπο του ιού ηπατίτιδας C.

Σε ασθενείς που εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Πώς δρα;

Οι ιντερφερόνες είναι φυσικές ουσίες που παράγονται από τον οργανισμό και ενισχύουν την αντίστασή του σε λοιμώξεις που οφείλονται σε ιούς. Ο ακριβής τρόπος δράσης της ιντερφερόνης κατά την εκδήλωση ιογενών παθήσεων δεν είναι πλήρως γνωστός, ωστόσο εικάζεται ότι δρουν ως ανοσοτροποποιητικά (ουσίες που τροποποιούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ανοσοποιητικό σύστημα, το αμυντικό σύστημα του οργανισμού). Η ιντερφερόνη ενδέχεται ακόμη να αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των ιών.

Ποιοι κίνδυνοι συνδέονται με την ιντερφερόνη;

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (εμφανίζονται σε περισσότερους από 1 στους 10 ασθενείς) που αναφέρθηκαν με την ιντερφερόνη είναι ανορεξία (απώλεια όρεξης), πονοκέφαλος, αϋπνία (δυσκολία στον ύπνο), ευερεθιστότητα, κατάθλιψη, άγχος, ζάλη, δυσκολία συγκέντρωσης, δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή), βήχας, ναυτία, διάρροια, κοιλιακός πόνος, αλωπεκία (τριχόπτωση), δερματίτιδα (φλεγμονή του δέρματος), κνησμός (φαγούρα), ξηροδερμία, μυαλγία (πόνος στους μυς), αρθραλγία (πόνος στις αρθρώσεις), κόπωση, πυρεξία (πυρετός), ρίγη, αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και πόνος. Επίσης, τα παιδιά που έλαβαν ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη εμφάνισαν μειωμένη ανάπτυξη για την ηλικία τους, η οποία ενδεχομένως να είναι μη αναστρέψιμη. Ο πλήρης κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με την ιντερφερόνη περιλαμβάνεται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Πηγή: European Medicines Agency